Στήλη Άλατος

Photo Sharing and Video Hosting at Photobucket
Καλώς Ήρθατε στη Στήλη Άλατος. Η Στήλη, δημοσιεύεται κάθε Σάββατο, ταυτόχρονα στην Κυπριακή εφημερίδα Πολίτης και στο ελληνικό portal TVXS. Κάποιες φορές, αν το επιβάλλει η επικαιρότητα γράφω και ανεβάζω κείμενα μόνο για διαδικτυακή χρήση. Κάτω από τα άρθρα, όπως σε όλα τα ιστολόγια, υπάρχει χώρος για σχολιασμό. Moderation, δεν κάνω. Για αυτόν τον λόγο όμως είμαι αυστηρός σε σχόλια επιθετικά που δεν σέβονται την οποιαδήποτε Άλλη άποψη ή είναι επιθετικά κατά κοινωνικών και φυλετικών ομάδων. Ύβρεις και προσωπικές επιθέσεις διαγράφονται χωρίς συζήτηση.

Συντονιστείτε τώρα στους 107, 6

Κινούμενη Άμμος. Κάθε Σάββατο 6-8 μ.μ στον 107,6 ή στο : www.1076.eu Στο shoutbox, το συζητάμε ζωντανά! Από τον Bach στον Dylan και από τον Beethoven στους Beatles και τους Felice Brothers,όλα είναι Μουσική 107.6 ΓΙΑ ΑΚΡΟΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ ΚΛΙΚ ΕΔΩ

Τρίτη, 24 Μαρτίου 2009

Η ΕΚΘΕΣΗ ΕΠΙΤΡΟΠΟΥ ΔΙΟΙΚΗΣΕΩΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΔΥΟ ΠΟΛΙΤΩΝ

Αρ. Φακ.: Α/Π 3105/2005, Α/Π 3106/2005

ΕΚΘΕΣΗ ΕΠΙΤΡΟΠΟΥ ΔΙΟΙΚΗΣΕΩΣ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΚΑΚΟΠΟΙΗΣΗ ΠΟΛΙΤΩΝ ΑΠΟ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥΣ
ΣΤΙΣ 20 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2005
ΚΑΙ ΤΟ ΓΕΝΙΚΟΤΕΡΟ ΧΕΙΡΙΣΜΟ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΩΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗΣ ΒΙΑΣ


Αντικείμενο παραπόνου – Προβαλλόμενοι ισχυρισμοί

1. Ο δικηγόρος κ. Χρίστος Σκορδής, με επιστολή, ημερομηνίας 20 Δεκεμβρίου 2005, μου υπέβαλε, εκ μέρους του κ. Μάρκου Παπαγεωργίου, παράπονο κατά της Αστυνομίας, σε σχέση με καθ’ ισχυρισμό κακοποίησή του από μέλη της Αστυνομίας, κατά τις πρωινές ώρες της 20ης Δεκεμβρίου 2005 στην περιοχή Ακρόπολη στη Λευκωσία. Παράπονο με το ίδιο περιεχόμενο μου υπέβαλε, με επιστολή ημερομηνίας 21 Δεκεμβρίου 2005, και ο κ. Αντρέας Νικολάου, εκ μέρους του γιου του, κ. Γιάννου Νικολάου.

2. Στα πλαίσια της διερεύνησης του παραπόνου, λειτουργοί του Γραφείου μου είχαν συνάντηση με τους δύο παραπονουμένους, οι οποίοι υποστήριξαν, ειδικότερα, ότι:

2.1. Ξημερώματα 20ης Δεκεμβρίου 2005, φεύγοντας από κοινή νυχτερινή τους έξοδο, με διαφορετικά όμως αυτοκίνητα, οι δύο παραπονούμενοι οδηγούσαν τα αυτοκίνητά τους στην οδό Αρμενίας με κατεύθυνση προς Λεωφόρο Λεμεσού. Μετά το σχολείο Narek, έστριψαν δεξιά, στην οδό Ελευσίνας, και στάθμευσαν τα αυτοκίνητά τους δίπλα δίπλα στην αριστερή πλευρά του δρόμου, σε πολύ κοντινή απόσταση, για να μπορούν να συνομιλούν. Στη μέσα πλευρά του δρόμου βρισκόταν το αυτοκίνητο του Νικολάου και στην έξω το αυτοκίνητο του Παπαγεωργίου.

2.2. Κάποια στιγμή, σταμάτησε πίσω τους ένα πολιτικό αυτοκίνητο, από το οποίο κατέβηκαν κάποια πρόσωπα με πολιτική περιβολή, τα οποία κατευθύνθηκαν προς τα αυτοκίνητα. Οι διαθέσεις τους φαίνονταν απειλητικές. Ένας από αυτούς, άντρας, πλησίασε στο παράθυρο του Παπαγεωργίου και του είπε: «Αστυνομία, Κατέβα για έλεγχο». Ο ίδιος ζήτησε να δει ταυτότητα και ο άντρας του έδειξε με γρήγορη κίνηση και από κάποια απόσταση κάτι. Ο Παπαγεωργίου, λόγω και του σκότους, δεν είδε καθαρά και ζήτησε να ξαναδεί την ταυτότητα, για να πάρει την απάντηση: «Θέλεις να σου την καδρώσω κιόλας;».

2.3. Ο Παπαγεωργίου είπε ότι δεν επρόκειτο να συνεργαστεί αν δεν έβλεπε αστυνομική ταυτότητα, με αποτέλεσμα τα πρόσωπα που βρίσκονταν έξω από το αυτοκίνητο να ανοίξουν την πόρτα και να τον τραβήξουν έξω. Ο ίδιος παραδέχεται ότι αντιστάθηκε, γιατί δεν γνώριζε ότι επρόκειτο για αστυνομικούς. Οι αστυνομικοί τον χτύπησαν, τον έβαλαν στο πάτωμα, του πέρασαν χειροπέδες και συνέχισαν να τον ξυλοκοπούν.

2.4. Ο Νικολάου, μόλις είδε ότι τα πρόσωπα αυτά χτυπούσαν το φίλο του, δοκίμασε να κατεβεί από το αυτοκίνητο από την πόρτα του οδηγού, αλλά δεν τα κατάφερε, αφού τα δύο αυτοκίνητα βρίσκονταν πολύ κοντά και η πόρτα δεν μπορούσε να ανοίξει. Βγήκε, επομένως, από την πόρτα του συνοδηγού και έτρεξε προς το μέρος του Παπαγεωργίου, ρωτώντας τι συμβαίνει. Κάποιος από τους άντρες που βρίσκονταν εκεί τον χτύπησε και του πέρασε χειροπέδες. Ένα πρόσωπο τον είχε γονατισμένο στο έδαφος, πιέζοντας του το χέρι και ο ίδιος του είπε: «Θα μου σπάσεις το χέρι» και πήρε την απάντηση: «Ναι, θα σου το σπάσω».

2.5. Παρέμειναν στο δρόμο δεμένοι για τουλάχιστον μία ώρα. Στο μέρος έφτασαν κι άλλοι αστυνομικοί, οι οποίοι μιλούσαν σε πηγαδάκια. Συνεχώς βρισκόταν κάποιο πρόσωπό από πάνω τους, ασκώντας πίεση στα χέρια τους, ενώ κάθε τόσο τους πλησίαζαν διάφορα πρόσωπα και τους χτυπούσαν. Τον Παπαγεωργίου χτύπησε με κλωτσιά στο στήθος και μία γυναίκα αστυνομικός που βρισκόταν στη σκηνή.

2.6. Ο Παπαγεωργίου έχασε τις αισθήσεις του, χωρίς να μπορεί να προσδιορίσει πόσες φορές συνέβηκε αυτό. Ενώ αρχικά του είχαν δέσει με χειροπέδες τα χέρια στο πίσω μέρος του σώματός του, στη συνέχεια θυμάται κάποιον να του τραβά τα μαλλιά και τα χέρια, με αποτέλεσμα τα χέρια του να περνούν από πίσω μπροστά.

2.7. Τους σήκωσαν από το έδαφος μόνο για να παρακολουθήσουν τον έλεγχο που γινόταν στα αυτοκίνητά τους. Ο Παπαγεωργίου τους ανέφερε ότι η μητέρα του ήταν γιατρός, όταν βρήκαν σύριγγες στο αυτοκίνητό του.

2.8. Ο Παπαγεωργίου αναφέρει ότι ένας από τους αστυνομικούς του είπε: «Τωρά είμαι υπηρεσία. Αλλά έννα σε κόψω έξω κι έννα σε σκοτώσω. Είσαι τελειωμένος».

2.9. Ακολούθως, οι δύο παραπονούμενοι μεταφέρθηκαν με διαφορετικά αυτοκίνητα στον Αστυνομικό Σταθμό Λυκαβηττού. Ο Παπαγεωργίου αναφέρει ότι ένας από τους αστυνομικούς, που τον συνόδευαν και που φορούσε σκουφί, τον χτύπησε με δύο γροθιές στο πρόσωπο ενώ βρισκόταν στον Αστυνομικό Σταθμό.

2.10. Στη συνέχεια, μεταφέρθηκαν στις Α΄ Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, όπου εξετάστηκαν και υποβλήθηκαν και σε ακτινολογικές εξετάσεις. Στη συνέχεια, ο Παπαγεωργίου κρατήθηκε για θεραπεία και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση. Παρέμεινε στο Νοσοκομείο για δύο ημέρες.

2.11. Ο Νικολάου αρνήθηκε να τοποθετηθεί το χέρι του σε νάρθηκα, γιατί ο γιατρός δεν του έδινε επαρκείς εξηγήσεις για το τι ακριβώς είχε πάθει. Μεταφέρθηκε με τη βία στα Αστυνομικά Κρατητήρια Λευκωσίας, γύρω στις 8 π.μ., και δεν του επιτράπηκε να τηλεφωνήσει σε κάνενα μέχρι την ώρα που αφέθη ελεύθερος, στις 4:30 μ.μ.

2.12. Από τις ιατρικές εξετάσεις στις οποίες υποβλήθηκαν προκύπτει ότι και οι δύο παραπονούμενοι έφεραν πολλαπλά τραύματα σε πολλά σημεία του σώματός τους. Ο Παπαγεωργίου, επιπλέον, υποβλήθηκε σε γναθοχειρουργική επέμβαση, ενώ και στους δύο τοποθετήθηκε νάρθηκας στο αριστερό τους χέρι.

2.13. Υποβλήθηκαν σε ιατροδικαστική εξέταση από κυβερνητικό ιατροδικαστή στις 22 Δεκεμβρίου 2005.




Οι μαρτυρίες πέντε εμπλεκόμενων αστυνομικών

3. Με επιστολή, ημερομηνίας 22 Δεκεμβρίου 2005, πληροφόρησα τον Αρχηγό Αστυνομίας για το παράπονο και δυνάμει του εδαφίου (3) του άρθρου 9 των περί Επιτρόπου Διοικήσεως Νόμων του 1991 έως 2004[1], κάλεσα πέντε αστυνομικούς, οι οποίοι όπως διαπίστωσα εμπλέκονταν στη σύλληψη των παραπονουμένων, για να μου δώσουν τη δική τους μαρτυρία για τα γεγονότα.

4. Οι αστυνομικοί, οι οποίοι παρουσιάστηκαν ενώπιον αρμόδιου λειτουργού του Γραφείου μου, είναι οι:
o Χριστιάνα Αντωνίου, Γ. Αστυφ. 2123, Αστυν. Σταθμός Λακατάμειας – Ορεινής
o Ανδρέας Ευσταθίου, Αστυφ. 3342, ΜΜΑΔ
o Ανδρέας Παναγή, Αστυφ. 1043, ΜΜΑΔ
o Γιώργος Παύλου, Αστυφ. 1331, ΜΜΑΔ
o Χάρης Χαρίτου, Αστυφ. 83, ΜΜΑΔ

5. Οι αστυνομικοί ανέφεραν τα ακόλουθα:

5.1. Οι τέσσερις άντρες αστυνομικοί – μέλη της ΜΜΑΔ – ήταν αποσπασμένα στον Ειδικό Αντιτρομοκρατικό Ουλαμό (Ε.Α.Ο). Στις 19 Δεκεμβρίου 2005, βρίσκονταν σε περιπολία, με αυτοκίνητα χωρίς διακριτικά της Αστυνομίας και πολιτική περιβολή, στα πλαίσια εκστρατείας σύλληψης ύποπτου κουκουλοφόρου βιαστή – «δράκου». Μαζί τους ήταν και η γυναίκα αστυνομικός, η οποία επιτελούσε στην όλη επιχείρηση ρόλο «δολώματος» για τη σύλληψη του «δράκου».

5.2. Στις 3:20 π.μ. περίπου βρίσκονταν πεζοί στη Λεωφόρο Αρμενίας, έξω από αρτοποιείο όπου έκαναν διάλειμμα από την υπηρεσίας τους, όταν αντιλήφθηκαν δύο αυτοκίνητα να τρέχουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα και να εισέρχονται στην οδό Ελευσίνος. Όπως διευκρινίσαν οι αστυνομικοί, το γεγονός που κυρίως τους κίνησε την προσοχή ήταν ότι ο οδηγός του πρώτου αυτοκινήτου είχε μακριά μαλλιά και υποψιάστηκαν ότι σε αυτό πιθανόν να βρισκόταν γυναίκα η οποία καταδιωκόταν από άλλο πρόσωπο.

5.3. Ως εκ τούτου, μπήκαν στα αυτοκίνητά τους, και συγκεκριμένα, οι Ευσταθίου, Χαρίτου και Αντωνίου σε ένα, και οι Παναγή και Παύλου σε άλλο, και εισήλθαν στην οδό Ελευσίνος, όπου βρήκαν τα δύο αυτοκίνητα σταματημένα το ένα δίπλα στο άλλο, αλλά με αρκετή απόσταση μεταξύ τους ώστε να καταλαμβάνουν σχεδόν όλο το δρόμο.

5.4. Ο Παναγή κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητο του Νικολάου, ενώ ο Παύλου προς το αυτοκίνητο του Παπαγεωγίου, και οι δύο στις πόρτες του οδηγού, ενώ πίσω τους ακολουθούσαν οι συνεπιβαίνοντες στα αυτοκίνητα αστυνομικοί. Δήλωσαν, τότε, στους παραπονουμένους ότι ήταν αστυνομικοί, επέδειξαν τις αστυνομικές τους ταυτότητες και ζήτησαν από τους δύο παραπονουμένους να κατεβούν για έλεγχο.

5.5. Ο Νικολάου άνοιξε τότε βίαια την πόρτα και χτύπησε τον Παναγή, με αποτέλεσμα αυτός να χάσει την ισορροπία του. Πριν ο Παναγή προλάβει να αντιδράσει, ο Νικολάου τον χτύπησε με γροθιά στο πρόσωπο. Τότε ο Παναγή προσπάθησε να τον ακινητοποιήσει, αγκαλιάζοντας τον, και με τη βοήθεια και του Χαρίτου και της Αντωνίου του πέρασαν χειροπέδες. Στο μεταξύ, ο Νικολάου αντιδρούσε πολύ βίαια, κλωτσούσε και χτυπούσε τους αστυνομικούς, τους έριχνε στο έδαφος και έπεφτε και ο ίδιος, και φώναζε βρίζοντας χυδαία τους αστυνομικούς και ιδίως τη γυναίκα αστυνομικό, με αποτέλεσμα αυτή να αισθανθεί πολύ προσβεβλημένη.

5.6. Και ο Παπαγεωργίου αντέδρασε όταν ο Παύλου του ζήτησε να κατεβεί από το αυτοκίνητο. Συγκεκριμένα, άρχισε να φωνάζει και να βρίζει, ενώ κατέβηκε απότομα από το αυτοκίνητο, χτύπησε τον αστυνομικό στο πρόσωπο και άρχισε να φτύνει τους αστυνομικούς. Ο Παύλου προσπάθησε να τον συγκρατήσει, αλλά ο Παπαγεωργίου έπεσε στο έδαφος και άρχισε να κυλιέται χάμω χτυπώντας το κεφάλι, τα χέρια και τα πόδια του στην άσφαλτο. Με δυσκολία, οι δύο αστυνομικοί του πέρασαν χειροπέδες.

5.7. Στους αστυνομικούς προκάλεσε ιδιαίτερη εντύπωση η συμπεριφορά των παραπονουμένων. Φαίνονταν μεθυσμένοι και ήταν τόσο εκτός ελέγχου που έδιναν την εντύπωση ότι ίσως να ήταν υπό την επήρεια ναρκωτικών. Και όταν οι αστυνομικοί τους ακινητοποίησαν, αυτοί συνέχισαν να φωνάζουν, να βρίζουν μεγαλόφωνα και να τους απειλούν, να χτυπιούνται στο έδαφος και να μην ηρεμούν. Έμειναν έκπληκτοι όταν αργότερα διαπίστωσαν ότι ο ένας από τους δύο παραπονουμένους – μάλλον ο Νικολάου, χωρίς απόλυτη βεβαιότητα – είχε στραβώσει τις χειροπέδες.

5.8. Στη σκηνή κατέφθασαν, σχεδόν αμέσως μετά τη σύλληψη των παραπονουμένων, αστυνομικοί με μοτοσικλέτες, οι οποίοι βρίσκονταν προηγουμένως μαζί με τους πέντε αστυνομικούς στο αρτοποιείο επί της οδού Αρμενίας για διάλειμμα. Στη συνέχεια, ειδοποιήθηκε η Μ.Μ.Α.Δ. και η Υπηρεσία Καταπολέμησης Ναρκωτικών (Υ.ΚΑ.Ν.), με αποτέλεσμα να έρθει στη σκηνή περιπολικό της Μ.Μ.Α.Δ., καθώς και μέλη της Υ.ΚΑ.Ν, τα οποία διενήργησαν έλεγχο για ναρκωτικά στους παραπονουμένους και στα αυτοκίνητά τους, χωρίς να εντοπίσουν ο,τιδήποτε παράνομο. Έφτασαν και άλλοι αστυνομικοί, οι οποίοι μέσω των αστυνομικών ασυρμάτων πληροφορήθηκαν το περιστατικό.

5.9. Μετά από περίπου τριάντα με σαράντα λεπτά, οι αστυνομικοί έβαλαν τους παραπονουμένους, οι οποίοι συνέχισαν να αντιδρούν σε αστυνομικά οχήματα και τους μετέφεραν στον Αστυνομικό Σταθμό Λυκαβηττού για τα περαιτέρω. Εκεί υποβλήθηκαν σε «alcotest», στο οποίο βρέθηκαν θετικοί.

5.10. Οι αστυνομικοί δεν άσκησαν εναντίον των παραπονουμένων καμία βία – ούτε καν την υπό περιστάσεις ανάλογη – αλλά ούτε και είδαν οποιονδήποτε άλλο να χρησιμοποιεί βία. Αντίθετα, θεωρούν ότι οι τραυματισμοί των παραπονουμένων προκλήθηκαν από τις δικές τους ενέργειες. Μπορεί κατά την προσπάθειά τους να τους περάσουν χειροπέδες και να τους ακινητοποιήσουν στο έδαφος να άσκησαν κάποια πίεση, η οποία, όμως, δεν ήταν αρκετή για να προκαλέσει σοβαρό τραυματισμό.

5.11. Τραυματίστηκαν και οι ίδιοι και εξετάστηκαν από γιατρό του Τμήματος Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας και από τον κυβερνητικό ιατροδικαστή, οι οποίοι κατέγραψαν τα τραύματά τους.


Τα στοιχεία του σχετικού ανακριτικού φακέλου

6. Στα πλαίσια της διερεύνησης του παραπόνου, λήφθηκε αντίγραφο του φακέλου, που σχηματίστηκε στα πλαίσια της έρευνας που διεξήγαγε η Αστυνομία, σε σχέση με τους ισχυρισμούς των παραπονουμένων. Η έρευνα διατάχθηκε από τον Αρχηγό Αστυνομίας στις 20 Δεκεμβρίου 2005 και ανατέθηκε σε Υπαστυνόμο του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων (Τ.Α.Ε) Αρχηγείου Αστυνομίας. Οι εξετάσεις σταμάτησαν στις 23 Δεκεμβρίου 2005, με γραπτές οδηγίες του Αρχηγού Αστυνομίας, ενόψει του διορισμού από το Γενικό Εισαγγελέα ανεξάρτητου ποινικού ανακριτή, και στις 10 Ιανουαρίου 2006, η υπόθεση αρχειοθετήθηκε.

7. Από τα στοιχεία που περιέχονται στο φάκελο προκύπτουν τα ακόλουθα:

7.1. Στις 19 Δεκεμβρίου 2005, ο Διοικητής Μ.Μ.Α.Δ., μετά από προφορικές οδηγίες του Β/Αρχηγού (Ε) Αστυνομίας, απέστειλε εμπιστευτική επιστολή προς τον Ουλαμαγό Ε.Α.Ο. με θέμα «Τμηματική διεξαγωγή επιχειρήσεων υπ’ αριθμό (…). Στην επιστολή αυτή αναφέρεται ότι «το τελευταίο δεκαήμερο του μηνός Δεκεμβρίου 2005 έχει παρατηρηθεί στην πόλη και προάστια της επαρχίας Λευκωσίας, έξαρση του εγκλήματος, όπως κλοπές, ληστείες, βιασμοί κ.λ.π. εναντίον γυναικών που επιστρέφουν στα σπίτια τους κατά τις νυκτερινές κυρίως ώρες. Η Μονάδα σε συνεργασία με τις εμπλεκόμενες στην παρούσα επιχείρηση Α.Δ.Ε. Λευκωσίας, Υπηρεσίες και Τμήματα, να διαχωρίσει την πόλη και επαρχία Λευκωσίας σε (…) τομείς, σύμφωνα με προηγηθείσα αναγνώριση, στους οποίους να επιτηρεί με Μ.Χ. περιπολίες και κατά διαστήματα να εδρεύει σε διάφορα σημεία, για εντοπισμό και σύλληψη των δραστών.» Σύμφωνα με τις οδηγίες σε σχέση με τη διοικητική μέριμνα της επιχείρησης, «Όλα τα εμπλεκόμενα στην παρούσα επιχείρηση μέλη να φέρουν πολιτική περιβολή, ατομικό σπρέι, χειροπέδες, ατομικό φανάρι και φορητό ασύρματο.»

7.2. Στις 19 Δεκεμβρίου 2005, το 56μελές προσωπικό της Αστυνομίας που θα λάμβανε μέρος στην επιχείρηση συγκεντρώθηκε σε αίθουσα διαλέξεων, όπου έτυχε ενημέρωσης από το Διοικητή Μ.Μ.Α.Δ. σε σχέση με τα καθήκοντά του. Στη συνέχεια, έγινε ο διαχωρισμός του προσωπικού σε τομείς ευθύνης. Το συντονισμό της επιχείρησης ανέλαβε ο Υπεύθυνος Γραφείου Επιχειρήσεων της Μ.Μ.Α.Δ. Στις 20 Δεκεμβρίου, περί την πρώτη πρωινή ώρα, το προσωπικό εγκαταστάθηκε στους τομείς ευθύνης τους.

7.3. Υπηρεσία ανέλαβαν και οι πέντε προαναφερόμενοι αστυνομικοί. Στις γραπτές καταθέσεις τους, περιγράφουν τα γεγονότα που σχετίζονται με το περιστατικό στο οποίο αφορά το υπό διερεύνηση παράπονο, όπως περίπου και στις προφορικές μαρτυρίες που μου έδωσαν.

7.4. Από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι στη σκηνή του περιστατικού, έσπευσαν και άλλοι αστυνομικοί.

o Διαπιστώνεται, συγκεκριμένα, ότι σχεδόν αμέσως μετά τη σύλληψη των παραπονουμένων και την ακινητοποίησή τους με χειροπέδες, ότι έφτασαν τρεις αστυνομικοί, με πολιτική περιβολή που επέβαιναν μοτοσικλετών χωρίς αστυνομικά διακριτικά. Οι αστυνομικοί αυτοί ήταν οι: (α) Λοχ. 4398, Γ. Κυλίλης, Κλάδου Τροχαίας, (β) Αστ. 938, Κ. Τούμπας, Υπηρεσίας Προστασίας Προσωπικοτήτων και (γ) Αστ. 1090, Ι. Ιορδάνους. Οι δύο πρώτοι έδωσαν σχετική γραπτή κατάθεση, στην οποία υποστήριξαν ότι όταν έφτασαν στη σκηνή, οι παραπονούμενοι φορούσαν χειροπέδες, φώναζαν, ύβριζαν μεγαλοφώνως, ιδίως τη γυναίκα αστυνομικό, κλωτσούσαν συνέχεια τους αστυνομικούς, έκαναν τούμπες και σέρνονταν στο έδαφος. Δεν είδαν κανένα συνάδελφό τους αστυνομικό να ασκεί εναντίον των παραπονουμένων βία.

o Τα ίδια περίπου υποστήριξαν και οι Αστ. 209, Δ. Χ”Χριστοφή και Αστ. 3552, Γ. Βανέζης, της Υ. ΚΑ.Ν., οι οποίοι κλήθηκαν και έφτασαν αργότερα στη σκηνή για να ερευνήσουν κατά πόσο οι παραπονούμενοι κατείχαν ναρκωτικά. Από τον έλεγχο στα αυτοκίνητα των παραπονουμένων δεν βρέθηκε ο,τιδήποτε, το οποίο είχε σχέση με ναρκωτικά.

o Μαζί τους βρισκόταν και η Γ.Αστ. 54, Μ. Εφραίμ, του Ουλαμού Πρόληψης Εγκλημάτων, η οποία κατάθεσε όμοια με τους συναδέλφους της και υποστήριξε επιπρόσθετα ότι όταν οι δύο παραπονούμενοι μεταφέρθηκαν στον Αστ. Σταθμό Λυκαβηττού, ο Νικολάου της επιτέθηκε βρίζοντας την.

o Για να βοηθήσουν στη μεταφορά των παραπονουμένων σε Αστυνομικό Σταθμό, έφτασαν στη σκηνή ο Αστ. 496, Λ. Σταύρου, και ο Λοχ. 3830, Π. Μηνά, της Μ.Μ.Α.Δ.

o Οι παραπονούμενοι μεταφέρθηκαν στον Αστ. Σταθμό Λυκαβηττού, στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων, γύρω στις 4:20 π.μ. Τον Παπαγεωργίου μετέφερε ο Αστ. 496, μαζί με τους Αστ. 1331 και Αστ. 3342, και το Νικολάου, ο Λοχ. 3830μαζί με τους Αστ. 1043 και Αστ. 83.

o Τους παραπονούμενους παρέλαβε ο Αστ. 2945, Γ. Παρασκευά, του Τμήματος Μικροπαραβάσεων του Αστ. Σταθμού Λυκαβηττού, ο οποίος αναφέρει ότι τόσο οι πέντε αστυνομικοί (οι οποίοι συμμετείχαν αρχικά στη σύλληψη των παραπονουμένων), όσο και οι παραπονούμενοι, φαίνονταν να είναι κτυπημένοι σε διάφορα μέρη του σώματός τους. Οι αστυνομικοί παραπέμφθηκαν για ιατρική εξέταση στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Για τους παραπονούμενους, οι οποίοι, όπως αναφέρεται, μύριζαν οινόπνευμα, κλήθηκε, στις 5:00 μ.μ. η Τροχαία για να διενεργήσει εξέταση αλκοόλης, στην οποία βρέθηκαν και οι δύο θετικοί.

o Γύρω στις 5:45 π.μ. ο πατέρας του Παπαγεωργίου έφτασε στον Αστυνομικό Σταθμό, ενώ στις 6:40 π.μ. τον Παπαγεωργίου επισκέφθηκε ο δικηγόρος του. Ο Νικολάου μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας στις 6:00 π.μ. περίπου, ενώ ο Παπαγεωργίου στις 7:15 π.μ. Ο Παπαγεωργίου παρέμεινε για νοσηλεία, υπό αστυνομική φρούρηση, ενώ ο Νικολάου μεταφέρθηκε για κράτηση στα Αστυνομικά Κρατητήρια Λευκωσίας, όπου και παρέμεινε μέχρι η ώρα 4:50 μ.μ.


Η θέση της Αστυνομίας

8. Οι δύο παραπονούμενοι αφέθηκαν ελεύθεροι αφού πρώτα κατηγορήθηκαν για τη διάπραξη τροχαίων αδικημάτων και του αδικήματος της επίθεσης εναντίον αστυνομικών.

9. Σε μήνυμα που συντάχθηκε από τον Αστ. Σταθμό Λυκαβηττού και διαβιβάστηκε στο Αρχηγείο Αστυνομίας, στις 9:15 π.μ. της 20ης Δεκεμβρίου 2005, αναφέρεται:

«Στις 20/12/2005 και περί η ώρα 0300, άνδρες της Μ.Μ.Α.Δ., οι οποίο βρίσκονταν σε μηχανοκίνητη περιπολία στην οδό Αρμενία, στη Λ/σία, αντελήφθηκαν τα αυτοκίνητα με αρ. εγγραφής (…) να οδηγούνται στην πιο πάνω οδό με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Τα δυο αυτοκίνητα καταδιώχθηκαν από τους άνδρες της Μ.Μ.Α.Δ. και ανακόπηκαν. Το πρώτο όχημα οδηγείτο από το Μάρκο Παπαγεωργίου (…), ενώ το δεύτερο όχημα οδηγείτο από τον Ιωάννη Νικολάου (…). Στους δύο οδηγούς έγινε έλεγχος αλκοόλης και ο πρώτος έφερε ένδειξη 66 mg% και ο δεύτερος 78.3 mg%. Κατά τη διάρκεια της σύλληψής τους και οι δύο οδηγοί αντιστάθηκαν και οι αστυνομικοί χρησιμοποίησαν την αναγκαία υπό τας περιστάσεις βία για να τους συλλάβουν. Μεταφέρθηκαν στον Αστυνομικό Σταθμό Λυκαβηττού, όπου και οι δύο συλληφθέντες κατήγγειλαν ότι κτυπήθηκαν από τους αστυνομικούς. Τόσο οι αστυνομικοί, όσο και οι δύο συλληφθέντες, εξετάστηκαν και έτυχαν ιατρικής περίθαλψης στις Α’ Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λ/σίας. Ο Ιωάννης Νικολάου μεταφέρθηκε και κρατείται στα Αστυνομικά Κρατητήρια Λευκωσίας, ενώ ο Μάρκος Παπαγεωργίου βρίσκεται υπό αστυνομική φρούρηση στο Γενικό Νοσοκομείου Λ/σίας για εξετάσεις. Η Αστυνομία Λυκαβηττού διερευνά.»

10. Την ίδια ημέρα το Γραφείο Τύπου του Αρχηγείου Αστυνομίας εξέδωσε αστυνομικό δελτίο, με τίτλο: «Τροχαία αδικήματα – Οδήγηση υπό την επήρεια αλκόολης – Επίθεση εναντίον Αστυνομικών – Καταγγελία για κακοποίηση από Αστυνομικούς – Συλλήψεις»., το οποίο παρατίθεται αυτούσιο:

«Γύρω στις 3 σήμερα το πρωί, μέλη της ΜΜΑΔ, τα οποία βρίσκονταν σε μηχανοκίνητη περιπολία στην οδό Αρμενίας στη Λευκωσία, αντελήφθησαν δύο αυτοκίνητα να κινούνται με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Ακολούθησε καταδίωξή τους και τα εν λόγω οχήματα ανακόπηκαν στην οδό Σαπφούς στην Ακρόπολη.

Οι αστυνομικοί, οι οποίοι βρίσκονταν με πολιτική περιβολή, πλησίασαν τους οδηγούς των δύο αχημάτων, τους επέδειξαν τις αστυνομικές τους ταυτότητες και τους ζήτησαν τα στοιχεία τους.

Ο πρώτος οδηγός αρνήθηκε να δώσει τα στοιχεία του και εξύβρισε τους αστυνομικούς. Ακολούθως, εξήλθε από το αυτοκίνητό του και κτύπησε τον ένα αστυνομικό στο πρόσωπο.

Στη συνέχεια, του επεστήθη η προσοχή στο νόμο και συνελήφθη. Κατά τη σύλληψή του, προέβαλε αντίσταση και στην προσπάθειά των αστυνομικών να του περάσουν χειροπέδες, αυτός συνέχιζε να τους εξυβρίζει, να τους απειλεί και να τους χτυπά.

Οι εν λόγω αστυνομικοί κατάφεραν με πολλή προσπάθεια να του περάσουν χειροπέδες, ενώ ο εν λόγω οδηγός έπεσε στην άσφαλτο και συνέχισε να κλωτσά τους αστυνομικούς και να τους φτύνει.

Όσον αφορά το δεύτερο οδηγό, ο αστυνομικός τον πλησίασε και αφού του επέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα, του ζήτησε τα στοιχεία του. Αυτός αρνήθηκε να του τα δώσει και άρχισε να φωνάζει.

Στη συνέχεια άνοιξε βίαια την πόρτα του αυτοκινήτου του με αποτέλεσμα να κτυπήσει τον αστυνομικό που του είχε ζητήσει τα στοιχεία του. Ακολούθως, αφού εξήλθε από το αυτοκίνητό του, χτύπησε με γροθιά τον αστυνομικό στο πρόσωπο. Αμέσως του επέστηθη η προσοχή του στο νόμο και αυτός εξύβρισε τον αστυνομικό. Κατά τη σύλληψή του, αυτός αντιστάθηκε και άρχισε να κτυπά με τα χέρια και τα πόδια του και να εξυβρίζει τους αστυνομικούς.

Από τα σημεία και συμπτώματα οι δύο οδηγοί, φαίνονται να ήταν υπό την επήρεια αλκοόλης, κάτι που διαπίστωσαν από την πρώτη στιγμή οι αστυνομικοί.

Ακολούθως και οι δύο οδηγήθηκαν στον Αστυνομικό Σταθμό Λυκαβηττού, όπου υποβλήθηκαν σε έλεγχο αλκοόλης, κατά τον οποίο, ο πρώτος είχε ένδειξη 66.3mg% και ο δεύτερος 78.3mg% αντί 39mg%.

Από εξετάσεις που διενεργήθηκαν, διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για δύο 27χρονους από τη Λευκωσία.

Στον Αστυνομικό Σταθμό, οι δύο συλληφθέντες υπέβαλαν παράπονο ότι κτυπήθηκαν από τους αστυνομικούς.

Ακολούθως, τόσο οι δύο συλληφθέντες, όσο και οι αστυνομικοί, μεταφέρθηκαν στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, όπου εξετάστηκαν από τον επί καθήκοντι ιατρό.

Ο πρώτος οδηγός κρατήθηκε για νοσηλεία και αφέθηκε αργότερα ελεύθερος από την Αστυνομία για να κατηγορηθεί αργότερα, ενώ ο δεύτερος αφού του παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες τέθηκε υπό κράτηση. Οι πέντε αστυνομικοί (4 άνδρες και 1 γυναίκα), αφού τους παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες, απολύθηκαν. Στον ένα αστυνομικό παραχωρήθηκε άδεια ασθενείας δύο ημερών, λόγω κάκωσης δεξιάς κνήμης.

Παράλληλα, ο Αρχηγός Αστυνομίας έδωσε οδηγίες για διεξαγωγή έρευνας για να διερευνηθεί ο ισχυρισμός του ενός οδηγού για κακομεταχείρισή του από μέλη της Αστυνομίας.

Ο Αστυνομικός Σταθμός Λυκαβηττού διερευνά.»

11. Την ίδια ημέρα, ο Αρχηγός Αστυνομίας ζήτησε το διορισμό Αξιωματικού για διεξαγωγή έρευνας και την υποβολή του πορίσματος σε σχέση με τον ισχυρισμό του Παπαγεωργίου ότι είχε τύχει κακομεταχείρισης. Η έρευνα διακόπηκε στις 23 Δεκεμβρίου 2005, μετά το διορισμό από το Γενικό Εισαγγελέα ανεξάρτητου ποινικού ανακριτή.


Κατάθεση αυτόπτη μάρτυρα

12. Από τα στοιχεία του φακέλου προέκυψε, επίσης, ότι κατάθεση στην Αστυνομία είχε δώσει και ένας πολίτης, ο Μ.Σ., ο οποίος, στις 20 Δεκεμβρίου 2005, ώρα 8:30 μ.μ., τηλεφώνησε στη Γραμμή Επικοινωνίας του Πολίτη και ανέφερε ότι ήταν αυτόπτης μάρτυρας και μπορούσε να καταθέσει τα όσα είχε δει. Σε δύο καταθέσεις του στην Αστυνομία αναφέρει τα εξής:

12.1. Διαμένει στην οδό Σαπφούς, η οποία είναι κάθετη επί της οδού Ελευσίνος, από την οποία το σπίτι του απέχει 35 περίπου μέτρα. Στις 20 Δεκεμβρίου 2005, ώρα 3:30 το πρωί, ξύπνησε από φωνές στο δρόμο και μετά παρέλευση πέντε λεπτών βγήκε στο μπαλκόνι του διαμερίσματός του.

12.2. Είδε στον οδό Ελευσίνος έξι με εφτά πρόσωπα, ένα αυτοκίνητο και μια μοτοσικλέτα.

12.3. Ένα πρόσωπο βρισκόταν πεσμένο στο πεζοδρόμιο και φώναζε στα άλλα πρόσωπα: «Δεν μπορείτε να με ελέγξετε, ούτε να με συλλάβετε» και «Εννά με δέρετε, Δέρτε με». Το πρόσωπο αυτό είχε μακριά μαλλιά, ήταν «μαλλιαρός».

12.4. Στη σκηνή έφτασαν κι άλλα οχήματα και πρόσωπα. Όλοι ήταν με πολιτικά ρούχα.

12.5. Το πρόσωπο που ήταν στο πεζοδρόμιο συνέχισε να φωνάζει. Ένας αστυνομικός για να τον περιορίσει και να τον ηρεμήσει τον «έκατσε» στο πεζοδρόμιο. Οι ίδιες φράσεις, από την ίδια φωνή και άρα από το ίδιο πρόσωπο συνεχίστηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια του περιστατικού. Το πρόσωπο αυτό έγερνε κάποιες στιγμές προς τα πίσω και μετά επανερχόταν. Τα χέρια του ήταν δεμένα πίσω.

12.6. Κάποια στιγμή κάποιο πρόσωπο φώναξε «Οι ενέσεις εν του παπά μου, ο παπάς μου εν γιατρός».

12.7. Μετά έβαλαν σε περιπολικό ένα άλλο, από αυτό που βρισκόταν στο πεζοδρόμιο, πρόσωπο, ενώ στη συνέχεια, έβαλαν σε αστυνομικό περιπολικό και το «μαλλιαρό». Και οι δύο εισήλθαν στα οχήματα χωρίς να προβάλουν καμιά αντίσταση.

12.8. Δεν αντιλήφθηκε οποιοδήποτε αστυνομικό, με πολιτικά ή με στολή, να χτυπά αυτά τα δύο πρόσωπα. Απεναντίας, έδειξαν υπομονή παρά τις προκλήσεις που δέχτηκαν από το «μαλλιαρό».

13. Στις 23 Ιανουαρίου 2006, Λειτουργός του Γραφείου μου συνάντησε τον κ. Μ.Σ. και συνομίλησε μαζί του, παίρνοντας τις ακόλουθες διευκρινίσεις:

13.1. Ο ίδιος δεν είχε παρακολουθήσει από την αρχή το περιστατικό και έτσι δεν γνωρίζει τι συνέβηκε τα πρώτα πέντε, περίπου, λεπτά στα οποία ακούγονταν οι φωνές.

13.2. Δεν είχε οπτική επαφή σε όλο το δρόμο. Δεν έβλεπε τα αυτοκίνητα των παραπονουμένων και υποθέτει ότι αυτά θα πρέπει να βρίσκονταν στην αριστερή πλευρά του δρόμου.

13.3. Έβλεπε μόνο τον ένα παραπονούμενο, ο οποίος βρισκόταν στο πεζοδρόμιο δίπλα από το αρμένικο σχολείο. Τον άκουγε να φωνάζει. Ορισμένες φορές σιωπούσε κι έπειτα ξανάρχιζε. Επαναλάμβανε τη φράση» «Εννά με δέρετε, Δέρτε με». Ακουγόταν φοβισμένος. Δεν έβριζε, ούτε απειλούσε. Σε καμιά περίπτωση δεν χτυπιόταν μόνος του στο έδαφος.

13.4. Υπήρχε φως στο δρόμο. Δεν είδε κανένα να χτυπά το πιο πάνω πρόσωπο. Ήταν, πάντως, συνέχεια κάποιος από πάνω του, ο οποίος είτε στεκόταν, είτε είτε γονατιστός. Αν τον πίεζε ή τον έσφιγγε δεν μπορεί να ξέρει.

13.5. Το δεύτερο πρόσωπο δεν το άκουσε καθόλου και δεν γνώριζε ότι υπήρχε δεύτερο πρόσωπο μέχρι που το είδε να μπαίνει στο περιπολικό.

13.6. Στο δρόμο κατέβηκαν γείτονες, οι οποίοι σίγουρα θα παρακολούθησαν τα όσα έγιναν.


Η καταγραφή του περιστατικού από ερασιτεχνική κάμερα

14. Στις 12 Ιανουαρίου 2006, οι παραπονούμενοι μου αποκάλυψαν ότι άλλο πρόσωπο που διέμενε στην οδό όπου διαδραματίστηκε το περιστατικό το είχε καταγράψει με ερασιτεχνική κάμερα. Μου επισήμαναν, ταυτόχρονα, ότι το πρόσωπο αυτό, φοβούμενο για τη ζωή του, δεν επιθυμούσε να γνωστοποιηθεί η ύπαρξη του βίντεο, ιδίως στους εμπλεκόμενους αστυνομικούς. Στις 13 Ιανουαρίου 2006, Λειτουργοί του Γραφείου μου παρακολούθησαν, μαζί με τους παραπονουμένους, το βίντεο, ενώ μερικές ημέρες αργότερα, οι παραπονούμενοι μου παραχώρησαν αντίγραφο του βίντεο αυτού.

15. Η καταγραφή των γεγονότων στο βίντεο ξεκινά όταν ήδη στους δύο παραπονουμένους έχουν περαστεί χειροπέδες, και όταν στη σκηνή διακρίνονται καθαρά οι πέντε πρώτοι αστυνομικοί που συμμετείχαν στη σύλληψη των παραπονουμένων. Αμέσως μετά, φαίνονται να καταφθάνουν οι μοτοσικλετιστές αστυνομικοί και αργότερα τα άλλα μέλη της Αστυνομίας που έδωσαν σχετικές καταθέσεις, καθώς ίσως και κάποια άλλα.

16. Οι παραπονούμενοι εμφανίζονται να είναι δεμένοι και να βρίσκονται είτε στο δρόμο είτε στο πεζοδρόμιο. Πράγματι, ο Παπαγεωργίου φωνάζει, ενώ ο Νικολάου σπάνια ακούγεται να μιλά. Κανένας εκ των δύο δεν χτυπιέται μόνος του στο έδαφος, ούτε χτυπά οποιονδήποτε. Αντίθετα, φαίνονται καθαρά αστυνομικοί να ξυλοκοπούν βάναυσα και τους δύο παραπονουμένους, με γροθιές και κλωτσιές, γονατίζοντας πάνω τους, ασκώντας έντονη πίεση σε μέρη του σώματός τους, χτυπώντας τους στο πεζοδρόμιο. Καταγράφεται, δε, με σαφήνεια και ευκρίνεια η στιγμή κατά την οποία ένας αστυνομικός τραβά τα χέρια του Παπαγεωργίου, τα οποία βρίσκονται δεμένα στο πίσω μέρος του σώματός του, και τα φέρνει μπροστά. Μετά από αυτό, καθώς και σε άλλες στιγμές, ο Παπαγεωργίου φαίνεται να χάνει τις αισθήσεις του. Όταν, δε, οι παραπονούμενοι μεταφέρονται από αστυνομικούς σε σημεία του δρόμου στα οποία δεν ήταν κατορθωτή η καταγραφή εικόνων, ακούγονται φωνές πόνου.

17. Όσοι αστυνομικοί δεν φαίνονται να κτυπούν τους παραπονουμένους, παρουσιάζονται να παρακολουθούν με απάθεια τα γεγονότα, καπνίζοντας, μιλώντας και γελώντας σε «πηγαδάκια», με εξαίρεση μία ή δύο περιπτώσεις στις οποίες αστυνομικοί προσπαθούν να αποτρέψουν συναδέλφους τους από το να χτυπήσουν ακόμη περισσότερο τους παραπονουμένους.


Μετέπειτα ενέργειες – Προκαταρκτικά συμπεράσματα – Εξελίξεις

18. Μετά από την παρακολούθηση του βίντεο, οι πέντε αστυνομικοί που είχαν αρχικά κληθεί στο Γραφείο μου για μαρτυρία, ξανακλήθηκαν στο Γραφείο μου. Χωρίς να τους αποκαλυφθεί η ύπαρξη του βίντεο, τους έγιναν ερωτήσεις σχετικά με το περιστατικό. Οι αστυνομικοί επέμειναν στις αρχικές τους καταθέσεις. Η καταληκτική ερώτηση που τέθηκε και στους πέντε ήταν κατά πόσο οι ίδιοι ή οποιοσδήποτε άλλος άσκησε εναντίον των παραπονούμενων βία. Η κατηγορηματική απάντηση και των πέντε αστυνομικών ήταν: «Όχι».

19. Σε συνάντηση που είχα τόσο με τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, όσο και με τον νυν Αρχηγό Αστυνομίας, τους ενημέρωσα για την ύπαρξη βιντεοταινίας, στην οποία παρουσιάζονταν μέλη της Αστυνομίας να κακοποιούν πολίτες. Στη συνέχεια, προχώρησα στη σύνταξη προκαταρκτικών συμπερασμάτων, για τα οποία ενημέρωσα τον Αρχηγό Αστυνομίας, με επιστολή μου, ημερομηνίας 30 Μαρτίου 2006, θέτοντας στη διάθεσή του τη βιντεοταινία, εφόσον το επιθυμούσε.

20. Στην επιστολή ανέφερα, συγκεκριμένα ότι: «Η βιντεογράφηση του περιστατικού στοιχειοθετεί τους ισχυρισμούς των παραπονουμένων και καταρρίπτει αυτούς των αστυνομικών (…) Κι αν ακόμη δεν έχει καταγραφεί ο τρόπος με τον οποίο ξεκίνησε το περιστατικό, όταν ακόμη οι παραπονούμενοι βρίσκονταν εντός των αυτοκινήτων τους, η συνολική εικόνα που αποκομίζεται είναι ότι τα όσα οι αστυνομικοί ισχυρίστηκαν στις καταθέσεις τους δεν αποδίδουν την πραγματικότητα».

21. Ζήτησα, παράλληλα, τα σχόλια του Αρχηγού Αστυνομίας, βάσει του εδαφίου (2), άρθρου 8 των περί Επιτρόπου Διοικήσεως Νόμων, σύμφωνα με το οποίο: «Αν σε οποιοδήποτε χρόνο κατά τη διάρκεια της έρευνας ο Επίτροπος κρίνει ότι υπάρχουν επαρκή στοιχεία που δικαιολογούν την υποβολή εκθέσεως ή συστάσεως από αυτόν, η οποία δυνατό να επηρεάσει δυσμενώς οποιαδήποτε υπηρεσία ή λειτουργό ή άλλο πρόσωπο, ο Επίτροπος οφείλει να παράσχει σ’ αυτούς την ευκαιρία να ακουστούν». Ζήτησα, ιδίως, να πληροφορηθώ τις ενέργειες στις οποίες ο Αρχηγός σκόπευε να προβεί για την πλήρη εξιχνίαση και διαλεύκανση της υπόθεσης, ώστε να καταλογιστούν οι δέουσες ευθύνες στους εμπλεκόμενους αστυνομικούς, που είτε συμμετείχαν ενεργητικά στα όσα διαδραματίστηκαν, είτε συμμετείχαν στη συγκάλυψή τους.

22. Στις 31 Μαρτίου 2006, το βίντεο που παρουσίαζε το περιστατικό στο οποίο αφορά το παράπονο δόθηκε στη δημοσιότητα από την εφημερίδα «Πολίτης».

23. Την ίδια ημέρα, ο Αρχηγός Αστυνομίας με επιστολή του με πληροφόρησε ότι η διερεύνηση της υπόθεσης από την Αστυνομία είχε διακοπεί και ότι δεν ενδεικνυόταν, ούτε και επιτρεπόταν, η παραλαβή από μέρους του μαρτυρικού υλικού, αφού κάτι τέτοιο θα συνιστούσε παρέμβαση στην ποινική ανάκριση που διεξαγόταν. Ανέφερε, επίσης, ότι τον είχε προβληματίσει το κατά πόσο θα έπρεπε να προχωρήσει στο διορισμό Ερευνώντος Αξιωματικού, για διερεύνηση της πειθαρχικής πτυχής του θέματος, αλλά τελικά αποφάσισε πως για αποφυγή ταυτόχρονης και παράλληλης διερεύνησης, αλλά και διαφύλαξης των διαδικασιών, που βρίσκονταν σε εξέλιξη, θα ανέμενε την τελική έκβαση της ποινικής ανάκρισης για να πράξει αναλόγως.

24. Μετά τη δημοσιοποίησή της κακοποίησης των παραπονουμένων και τη δημόσια κατακραυγή, ο Αρχηγός Αστυνομίας κάλεσε στο γραφείο του τον πατέρα του Παπαγεωργίου και απολογήθηκε εκ μέρους της Αστυνομίας και των μελών της για τα όσα υπέστησαν οι δύο παραπονούμενοι. Παράλληλα, σε ανακοίνωσή της η Αστυνομία, απολογήθηκε για το λανθασμένο περιεχόμενο του Αστυνομικού Δελτίου της 20 Δεκεμβρίου 2005. Επιπρόσθετα, μετά από απόφαση του Αρχηγού Αστυνομίας όλα τα μέλη της Μ.Μ.Α.Δ. θα περάσουν από ειδικά σεμινάρια στην Αστυνομική Ακαδημία, ώστε να επιμορφωθούν σε θέματα σεβασμού ανθρωπίνων δικαιωμάτων και συμπεριφοράς έναντι των πολιτών. Τόσο ο Αρχηγός Αστυνομίας, όσο και ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, σε δηλώσεις τους έχουν δεσμευτεί για την πλήρη εξιχνίαση της υπόθεσης και την απονομή πειθαρχικών ευθυνών όπου απαιτείται.


Η απόλυτη απαγόρευση της χρήσης βασανιστηρίων
και υποβολής σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική τιμωρία ή μεταχείριση

25. Στο σύγχρονο οικουμενικό νομικό πολιτισμό, και ιδίως στο πλαίσιο της «Ευρωπαϊκής Δημόσιας Τάξης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου», όπως διαμορφώνεται μέσα από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και από πληθώρα αποφάσεων, ψηφισμάτων και συστάσεων των θεσμικών οργάνων του Συμβουλίου της Ευρώπης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η απαγόρευση της χρήσης βασανιστηρίων και οποιασδήποτε άλλης απάνθρωπης ή εξευτελιστικής τιμωρίας ή μεταχείρισης είναι ανεπιφύλακτη και απόλυτη. Αυτό σημαίνει, κατά πρώτο, ότι η ελευθερία του ατόμου από μια τέτοια μεταχείριση δεν μπορεί να περιοριστεί βάσει νόμου για κανένα λόγο, και, κατά δεύτερο, ότι η προστασία της ελευθερίας αυτής δεν αναστέλλεται ούτε και σε περίοδο κατάστασης ανάγκης.

26. Γίνεται δεκτό ότι χρήση βίας από τα κρατικά όργανα μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο στο μέτρο που είναι απολύτως αναγκαία για την επίτευξη νόμιμης σύλληψης ή στα πλαίσια νόμιμης άμυνας. Στην υπόθεση Tomasi v. France[2], ο δικαστής De Meyer, διατύπωσε την αρχή, η οποία υιοθετήθηκε στη συνέχεια από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων, ότι «Οποιαδήποτε χρήση φυσικής βίας, σε πρόσωπο που στερείται την ελευθερία του, η οποία δεν είναι αυστηρώς απαραίτητη λόγω δικής του συμπεριφοράς, παραβιάζει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και πρέπει να θεωρείται ως προσβολή του δικαιώματος που κατοχυρώνεται στο άρθρο 3[3] της Σύμβασης». Όπως έχει κατ’ επανάληψη υπογραμμιστεί στις αποφάσεις του Δικαστηρίου «οι απαιτήσεις μιας έρευνας και οι αναμφισβήτητες δυσκολίες που είναι σύμφυτες στον αγώνα κατά του εγκλήματος δεν μπορούν να δικαιολογήσουν το να τίθενται όρια στην παρεχόμενη προστασία της φυσικής υπόστασης του προσώπου»[4].

27. Η απαγόρευση χρήσης βασανιστηρίων συνεπάγεται τόσο την υποχρέωση του κράτους να απέχει από τέτοια μεταχείριση, όσο και την υποχρέωσή του να διερευνά[5], κατά τρόπο ανεξάρτητο, αμερόληπτο και υπαγόμενο σε δημόσια κριτική, τις σχετικές καταγγελίες ιδιωτών, ώστε να καθίσταται δυνατός ο προσδιορισμός και η τιμωρία των υπευθύνων, καθώς και η αποζημίωση των θυμάτων.


Η χρήση βίας από την κυπριακή Αστυνομία

28. Η χρήση βίας από μέλη της κυπριακής Αστυνομίας και η μη αποτελεσματική διερεύνηση και αντιμετώπισή τους έχει καταγραφεί τόσο στις Εκθέσεις της Επιτροπής Πρόληψης Βασανιστηρίων του Συμβουλίου της Ευρώπης (CPT), όσο και σε αποφάσεις[6] του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Ο Επίτροπος Διοικήσεως έχει κατ’ επανάληψη ασχοληθεί με το θέμα, διαπιστώνοντας τη βασιμότητα σχετικών παραπόνων, και έχει υποβάλει σημαντικό αριθμό συστάσεων και εισηγήσεων προς την Αστυνομία. Δεν θεωρώ σκόπιμο να καταπιαστώ με το σύνολο όλων των πιο πάνω, αλλά θα περιοριστώ στην ενδεικτική αναφορά κάποιων από τις πιο πρόσφατες και πιο σημαντικές διαπιστώσεις και υποδείξεις.

28.1. Ο Επίτροπος για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα του Συμβουλίου της Ευρώπης, στην Έκθεσή που υπέβαλε στις 12 Φεβρουαρίου 2004, μετά από την επίσκεψή του στην Κύπρο, στις 25 με 29 Ιουνίου 2003, αναφερόμενος στις περιπτώσεις καταγγελιών προσώπων για κακοποίησή τους από την Αστυνομία παρατήρησε[7] ότι είναι ενοχλητική η διαπίστωση ότι υπάρχει ακόμη μια μάλλον άτολμη κρατική αντίδραση σε τέτοιες καταγγελίες. Τόνισε, παράλληλα, ότι είναι εξαιρετικής σημασίας το να μη μεταδίδεται καμία εντύπωση ανοχής ή ατιμωρησίας τέτοιων πράξεων, γιατί μια τέτοια εντύπωση δεν συνάδει με τις πεποιθήσεις της Κυβέρνησης ή ακόμη και με το συμφέρον της ίδιας της Αστυνομίας ή και ολόκληρης της κυπριακής κοινωνίας.

Η ίδια θέση επαναλαμβάνεται και σε πολύ πρόσφατη έκθεσή του Επιτρόπου, ημερομηνίας 29 Μαρτίου 2006, στα πλαίσια της παρακολούθησης της υλοποίησης των εισηγήσεων του από την Κυπριακή Δημοκρατία.

28.2. Η Επιτροπή Πρόληψης Βασανιστηρίων, κατά την τελευταία επίσκεψη της στην Κύπρο μεταξύ 8 και 17 Δεκεμβρίου 2004, κατέγραψε πολλές καταγγελίες προσώπων που τελούσαν υπό κράτηση για κακομεταχείρισή τους από την Αστυνομία. Στην Έκθεσή της, η οποία υιοθετήθηκε στις 8 Ιουλίου 2005, η Επιτροπή εξήγησε[8] ότι οι καταγγελίες αυτές, οι οποίες προέρχονταν ως επί το πλείστον από αλλοδαπούς, αφορούσαν κυρίως σε κακοποίηση κατά το χρόνο της σύλληψης ή και της ανάκρισης. Οι μορφές κακομεταχείρισης που καταγγελθήκαν συνίσταντο ιδίως σε χτυπήματα στο πρόσωπο, κλωτσιές και γρονθοκοπήματα στο κεφάλι και στο σώμα, συμπεριλαμβανομένων και των γεννητικών οργάνων, με το θύμα κάποιες φορές να είναι γυμνό ή δεμένο με χειροπέδες. Σε κάποιες περιπτώσεις η κακοποίηση που καταγγέλθηκε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως βασανιστήριο.

Η Επιτροπή εισηγήθηκε στον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης να καταστήσει σαφές σε όλα τα μέλη της Αστυνομίας ότι η κακομεταχείριση προσώπων που βρίσκονται υπό κράτηση αποτελεί προσβολή στις αξίες που συνθέτουν τα ίδια τα θεμέλια ενός κράτους και δεν θα γίνεται ανεκτή. Το μήνυμα θα πρέπει να είναι ξεκάθαρο και να υποστηρίζεται από συγκεκριμένες πράξεις – ότι όλες οι πληροφορίες αναφορικά με ενδεχόμενη κακομεταχείριση θα διερευνώνται και όσοι διαπράττουν τέτοιες πράξεις θα υπόκεινται σε αυστηρή τιμωρία[9].

Παράλληλα, η Επιτροπή υπογράμμισε ότι στη στρατηγική για την πρόληψη της κακομεταχείρισης, σημαντικό ρόλο μπορεί να διαδραματίσει η θέσπιση αυστηρών κριτηρίων επιλογής στην πρόσληψη των μελών της Αστυνομίας και η επαγγελματική εκπαίδευσή τους, όχι μόνο σε θεωρητικό, αλλά και σε πρακτικό επίπεδο[10].

28.3. Σε προηγούμενες Εκθέσεις μου υπέδειξα ότι η Αστυνομία πάσχει, τόσο σε σχέση με το γεγονός ότι μέλη της κακοποιούν πολίτες, όσο και σε σχέση με τον τρόπο που οι καταγγελίες των προσώπων αυτών τυγχάνουν διερεύνησης και χειρισμού. Ενδεικτικά αναφέρω τα ακόλουθα:

o Στο παράπονο, με αριθμό φακέλου 1185/2001, πολίτης ισχυρίστηκε ότι τόσο κατά τη σύλληψή του, όσο και κατά την παραμονή του σε αστυνομικό σταθμό, κακοποιήθηκε από τους αστυνομικούς. Στην Έκθεση που υπέβαλα στις 18 Δεκεμβρίου 2003, επεσήμανα ότι οι καταθέσεις όλων των εμπλεκόμενων στην υπόθεση αστυνομικών, στις οποίες προβαλλόταν ο ισχυρισμός ότι ήταν ο παραπονούμενος αυτός που είχε επιτεθεί στους αστυνομικούς, ήταν σχεδόν πανομοιότυπες, με αποτέλεσμα να προκαλείται η εντύπωση ότι έγινε προσπάθεια για παρουσίαση του περιστατικού με τρόπο ενιαίο. Εξέφρασα, επομένως, τις επιφυλάξεις μου για την αλήθεια της εκδοχής αυτής, όπως επίσης και του πορίσματος του αξιωματικού της Αστυνομίας που διερεύνησε τους ισχυρισμούς του παραπονουμένου και στο οποίο υιοθετείτο πλήρως η εκδοχή των αστυνομικών.

o Στο παράπονο, με αριθμό φακέλου 1755/2003, πολίτης ισχυρίστηκε κατά τη σύλληψή του και κατά την κράτησή του σε αστυνομικό σταθμό έτυχε σωματικής κακοποίησης και άλλης ταπεινωτικής και εξευτελιστικής μεταχείρισης από αστυνομικούς. Διαπιστώθηκε ότι, τουλάχιστον κατά την άφιξη του παραπονουμένου στον Αστυνομικό Σταθμό, αλλά και κατά τη διάρκεια της κράτησής του, ο παραπονούμενος υπέστη μεταχείριση που είχε ως αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειάς του, τη διακινδύνευση της σωματικής και ψυχικής του υγείας και την πρόκληση σωματικών βλαβών.

Στην Έκθεση που υπέβαλα στις 5 Απριλίου 2005, παρατήρησα ότι εξίσου παράνομη και επιλήψιμη με την κακοποίηση ενός πολίτη είναι και η προσπάθεια συγκάλυψής της, λόγω «συναδελφικής αλληλεγγύης». Επίσης, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι η Αστυνομία δεν τήρησε και πολλές άλλες από τις υποχρεώσεις της, όπως την υποχρέωση να διενεργεί αντικειμενική, αμερόληπτη και αποτελεσματική έρευνα σε σχέση με ισχυρισμούς πολιτών για κακοποίησή τους από την Αστυνομία και την υποχρέωσή της να παραπέμπει άμεσα σε ιατρική εξέταση κάθε πολίτη που ισχυρίζεται ότι κακοποιήθηκε, χωρίς να παρεμβαίνει σε αυτή. Τέλος, κατέγραψα ελλείψεις στην επιμόρφωση των αστυνομικών που ενεπλάκησαν στην υπόθεση, σε θέματα χρήσης βίας και προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

o Στο παράπονο με αρ. 1585/2004, αλλοδαπός αιτητής ασύλου κατήγγειλε μεταξύ άλλων ότι κακοποιήθηκε κατά τη σύλληψή του από μέλη της Αστυνομίας. Στην Έκθεση που υπέβαλα στις 27 Απριλίου 2005, κατέληξα σο συμπέρασμα οι μαρτυρίες που επικαλέστηκε η Αστυνομία δεν πληρούσαν τους αναγκαίους όρους αντικειμενικότητας και αξιοπιστίας και κατ’ επέκταση δεν ήταν αρκετές για να εξηγήσουν τον τρόπο με τον οποίο προκλήθηκαν τα τραύματα που έφερε ο παραπονούμενος κατά την απόλυσή του και να ανατρέψουν τους δικούς του ισχυρισμούς. Παράλληλα σημείωσα ότι η διερεύνηση των καταγγελιών του παραπονούμενου από την Αστυνομία έγινε χωρίς την τήρηση καμίας διαδικαστικής και ουσιαστικής εγγύησης αντικειμενικής και αμερόληπτης κρίσης.


Η κακοποίηση των παραπονούμενων – Ευθύνες

29. Το σύνολο των στοιχείων που έχω εξετάσει αποδεικνύει πέραν πάσης αμφιβολίας πως οι δύο παραπονουμένοι έτυχαν απάνθρωπης, εξευτελιστικής και ταπεινωτικής μεταχείρισης, τέτοιου βαθμού και έντασης που μπορεί να θεωρηθεί ότι ισοδυναμεί με βασανιστήριο[11]. Έχει καταδειχθεί ότι μέλη της Αστυνομίας, ενώ είχαν περιορίσει και σχεδόν ακινητοποιήσει τους παραπονουμένους με τη χρήση χειροπεδών, τους χτυπούσαν επανειλημμένα, σκόπιμα και με βιαιότητα σε διάφορα μέρη του σώματός τους, με αποτέλεσμα να τους προκαλέσουν πόνο, να τους προξενήσουν σοβαρές σωματικές κακώσεις και να θέσουν υπό διακινδύνευση την ψυχική τους ακεραιότητα, καθώς και την ίδια τους τη ζωή. Η μεταχείριση αυτή δεν συνδεόταν με καμία συμπεριφορά των παραπονούμενων, οι οποίοι δεν είχαν κανένα περιθώριο να αντιδράσουν. Αντίθετα, δεμένοι, τραυματισμένοι και ανήμποροι να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους, αφέθηκαν στο έδαφος για αρκετή ώρα, σε μια θερμοκρασία ιδιαίτερα χαμηλή, και βίωσαν όχι μόνο τη βία, αλλά και την ταπείνωση.

30. Στην προκειμένη περίπτωση δεν εξοργίζει μόνο το γεγονός ότι μέλη της Αστυνομίας, τα οποία έχουν ταχθεί να υπηρετούν τη νομιμότητα και να προστατεύουν τα έννομα αγαθά και τα δικαιώματα των πολιτών, τα έχουν τόσο έντονα παραβιάσει. Εξίσου, αν όχι και περισσότερο, απογοητευτικός είναι ο βαθμός εξοικείωσης της πλειοψηφίας των προσώπων που παρίσταντο με περιστατικά άσκησης βίας και καταναγκασμού. Η εξοικείωση αυτή φαίνεται να τους επιτρέπει να παρακολουθούν «σαν να μην συμβαίνει τίποτα» και να επινοούν ψευδείς ιστορίες, υποστηρίζοντας τις μέχρι τέλους, ακόμη και όταν αυτές βρίσκονται έξω από κάθε λογική. Παράλληλα, δεν μπορεί να μην προκαλεί έντονη ανησυχία η ομαδοποίηση που παρατηρήθηκε στην προκείμενη περίπτωση και το γεγονός ότι σχεδόν κανένας αστυνομικός δεν διαχώρισε τη θέση του από τα όσα διαδραματίστηκαν, είτε κατά την ώρα που διαδραματίζονταν, είτε σε κατοπινό στάδιο.

31. Έπεται ότι υπάρχουν και πρέπει να αποδοθούν οι δέουσες ευθύνες σε όλα τα επίπεδα: Τόσο σε όσους αστυνομικούς συμμετείχαν ενεργά στην κακοποίηση των παραπονουμένων, όσο και όσους παρέλειψαν να προστατεύσουν τους παραπονούμενους από τις ενέργειες των συναδέλφων τους, καθώς και σε εκείνους που συγκάλυψαν τα γεγονότα ή παραπλάνησαν τις σχετικές με αυτά έρευνες. Στους πρώτους γιατί παραβίασαν το καθήκον τους να μην προσβάλλουν τα δικαιώματα των πολιτών και στους άλλους γιατί αθέτησαν την υποχρέωσή τους να αποτρέπουν και να διώκουν ένα έγκλημα όποτε διαπράττεται – είτε από ιδιώτες, είτε από αστυνομικούς.

32. Δεν συνιστά δική μου αρμοδιότητα ο καταλογισμός ευθυνών σε συγκεκριμένα πρόσωπα. Το έργο αυτό καλείται να επιτελέσει, από ποινική πλευρά, ο Γενικός Εισαγγελέας και τα όργανα της Δικαιοσύνης, και από πειθαρχική πλευρά ο Αρχηγός Αστυνομίας.


Η παθογένεια του συστήματος – Συστάσεις

33. Δική μου ευθύνη είναι να εντοπίσω και να καταδείξω τις αδυναμίες του ευρύτερου συστήματος που αφορά στις εξουσίες της Αστυνομίας, στις εντολές δράσης της και στον τρόπο αντίδρασής της σε περιπτώσεις παραβίασης ανθρώπινων δικαιωμάτων, ώστε να αναδειχθούν οι αιτίες που οδήγησαν στο συγκεκριμένο περιστατικό. Είναι ανεδαφικό να πιστεύει κανείς ότι τα όσα διαδραματίστηκαν στην περίπτωση που εξετάζω αποτελούν ένα μεμονωμένο, τυχαίο ή ατυχές, συμβάν. Αντίθετα, το περιστατικό αυτό είναι ένα σύμπτωμα και επανάληψη ενός παθογενούς φαινομένου, του οποίου η αντιμετώπιση δεν επιτυγχάνεται, αν δεν διαγνωστούν και καταπολεμηθούν οι παράγοντες που το προκαλούν.

34. Κι είναι όχι μόνο αφελές, αλλά και υποκριτικό, να δηλώνεται έκπληξη για τα όσα προέκυψαν από τα συγκεκριμένο περιστατικό. Εκθέσεις με καταγγελίες, γεγονότα, κριτική και εισηγήσεις, σε σχέση με κακοποιήσεις πολιτών από την Αστυνομία, έχουν κατ’ επανάληψη υποβληθεί στις αρμόδιες κρατικές αρχές, είτε από ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα, είτε από τον ίδιο τον Επίτροπο Διοικήσεως. Όλα αυτά ήταν και είναι καταγραμμένα και αποκαλύπτουν τις ανεπάρκειες του συστήματος και την έλλειψη βούλησης για την πραγματική βελτίωσή του.

35. Δεν παραγνωρίζω ότι έχουν γίνει κάποια σημαντικά βήματα προς αυτή την κατεύθυνση, τόσο από πλευράς νομοθεσίας, με την ψήφιση και θέση σε ισχύ σημαντικών νόμων[12], όσο και από μέρους της Αστυνομίας. Εντούτοις, για τη μεταφορά της θεωρίας στην πράξη και την εμπέδωσή της στο σύνολο των αστυνομικών υπολείπονται ακόμη πολλά, τα οποία μόνο με τόλμη και αποφασιστικότητα μπορούν να επιτευχθούν, με πρώτο βήμα την παραδοχή του προβλήματος που υπάρχει.

36. Συγκεκριμένα:

36.1. Η σε θεωρητικό επίπεδο κατάρτιση των μελών της Αστυνομίας σε θέματα που άπτονται του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων έχει αποδειχτεί ατελέσφορη. Θα πρέπει η σχετική εκπαίδευση να λαμβάνει πρακτικό χαρακτήρα και τα συναφή μηνύματα να εκπέμπονται σε συνθήκες προσομοίωσης, όπως π.χ. σε εικονικές συλλήψεις και ανακρίσεις. Έτσι, κατά την επιλογή και στελέχωση των επιμέρους τμημάτων της Αστυνομίας θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όχι μόνο οι θεωρητικές γνώσεις και οι σωματικές ικανότητες των προσώπων, αλλά και ο τρόπος αντίδρασής τους σε περιστατικά που απαιτούν νηφαλιότητα και αυτοσυγκράτηση.

36.2. Οι οδηγίες που παρέχονται πριν από κάθε επιχειρησιακή δράση της Αστυνομίας θα πρέπει να είναι τέτοιες που να αποσκοπούν μεν στο να αναπτυχθεί στα εμπλεκόμενα μέλη κλίμα αυτοπεποίθησης και προσήλωσης στο στόχο, χωρίς, από την άλλη, να δημιουργείται κλίμα πόλωσης, φανατισμού και διάθεσης επίτευξης του σκοπού με κάθε μέσο και κόστος. Στο υπό εξέταση παράπονο, φαίνεται ότι καταλυτικό ρόλο έπαιξε η πίεση που ασκήθηκε στην Αστυνομία για σύλληψη του «δράκου – βιαστή», η οποία επιφόρτισε το κλίμα και δεν επέτρεψε στην Αστυνομία να λειτουργήσει με σύνεση, μετριοπάθεια και ανεκτικότητα. Έτσι, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να μεταδόθηκε η ένταση αυτή στους αστυνομικούς που συμμετείχαν στην επιχείρηση, μέσω των οδηγιών που έλαβαν, και να επηρέασε ως ένα βαθμό την ψυχολογία και τις αντιδράσεις τους. Δημιουργείται, τελικά, η εντύπωση ότι αυτό που επιδιώχθηκε ήταν η διάσωση του κύρους και του γοήτρου της Αστυνομίας, μέσα από τη σύλληψη πολιτών, οι οποίοι είχαν απλώς παραβιάσει τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας, και η παρουσίασή τους ως επικίνδυνων για τη δημόσια τάξη στοιχείων.

36.3. Ας υπογραμμιστεί ότι η επίκληση της δημόσιας τάξης δεν μπορεί αόριστα και γενικά να νομιμοποιήσει περιορισμούς των ατομικών ελευθεριών και δικαιωμάτων. Κανένας τέτοιος περιορισμός δεν είναι αποδεκτός αν, σύμφωνα και με την πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρώπινων Δικαιωμάτων, δεν κριθεί υπό τις περιστάσεις αναγκαίος σε μια δημοκρατική κοινωνία.

36.4. Η ακινητοποίηση, έρευνα και σύλληψη προσώπων αποτελεί προσβολή της προσωπικής ελευθερίας και της προσωπικότητάς τους. Κατά κανόνα, τέτοιες προσβολές επιτρέπεται να λάβουν χώρα μόνο εάν η αστυνομία έχει σοβαρές υποψίες ότι το πρόσωπο που ακινητοποιήθηκε, ερευνήθηκε ή συνελήφθηκε έχει παραβιάσει το νόμο, οι οποίες βασίζονται σε αντικειμενικώς εύλογα δεδομένα σε σχέση με τη συμπεριφορά του προσώπου αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχω πεισθεί για τους λόγους που οδήγησαν τους αστυνομικούς στο να ελέγξουν, να περάσουν χειροπέδες και να συλλάβουν, εν τέλει, τους παραπονουμένους.

36.5. Κατά κανόνα η ιδιότητα των αστυνομικών πρέπει να είναι ευδιάκριτη. Όταν για λόγους επιχειρησιακής δράσης κρίνεται αναγκαία η χρησιμοποίηση αστυνομικών και αστυνομικών οχημάτων χωρίς διακριτικά της Αστυνομίας, θα πρέπει όταν οι αστυνομικοί έρχονται σε επαφή με πολίτες στα πλαίσια της άσκησης των αρμοδιοτήτων τους να φανερώνουν με σαφή τρόπο την ιδιότητά τους. Έχω την άποψη ότι η Αστυνομία θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο αλλαγής της μορφής των αστυνομικών ταυτοτήτων, ώστε με την παρουσίασή τους να μην αφήνουν αμφιβολίες για την ιδιότητα του κατόχου τους.

36.6. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η επιμονή του πολίτη να διευκρινιστεί η ιδιότητα του ελέγχοντα αστυνομικού δεν συνιστά από μόνη της επίμεμπτη ή ύποπτη πράξη που συνεπάγεται σύλληψη ή προσαγωγή του πολίτη. Περαιτέρω, η δέσμευση με χειροπέδες πρέπει να γίνεται κατ’ εφαρμογή των αρχών της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας και μόνο όταν η συμπεριφορά του ατόμου δημιουργεί υπόνοιες φυγής. Κάτι τέτοιο, δεν τεκμηριώνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση.

36.7. Σε περίπτωση που ένα πρόσωπο το οποίο συλλαμβάνεται φέρει σωματικές κακώσεις, θα πρέπει να λαμβάνεται αμέσως μέριμνα για την παροχή της κατάλληλης ιατρικής περίθαλψης. Θεωρώ απαράδεκτο το γεγονός ότι όταν οι παραπονούμενοι μεταφέρθηκαν για κράτηση σε αστυνομικό σταθμό η πρώτη έγνοια ήταν να υποβληθούν σε τεστ αλκοόλης, κάτι για το οποίο χρειάστηκε τουλάχιστον μία ώρα, και μετά να μεταφερθούν στο νοσοκομείο.
36.8. Όταν η Αστυνομία δέχεται καταγγελίες από πολίτες ότι κακοποιήθηκαν από αστυνομικούς, θα πρέπει να αντιμετωπίζει τις καταγγελίες αυτές αντικειμενικά και αμερόληπτα. Λίγες μόνο ώρες μετά το συμβάν, το Γραφείο Τύπου της Αστυνομίας εξέδωσε ανακοίνωση με την οποία απέδιδε στους παραπονουμένους την ευθύνη για τα όσα συνέβησαν κατά τη σύλληψή τους. Το γεγονός αυτό πρέπει να ανησυχήσει και να προβληματίσει ταυτόχρονα. Πέρα από το γεγονός ότι αποτελεί ένδειξη της απροθυμίας της Αστυνομίας να εξετάσει ενδεχόμενες ευθύνες των μελών της, συνιστά και αυτόματη ενεργοποίηση μιας εσωτερικής διαδικασίας έκδοσης ανακοινωθέντων που αθωώνουν ουσιαστικά τα μέλη της. Πρακτικά αυτό οδηγεί σε μια διαδεδομένη πρακτική ατιμωρησίας και στην ανυπαρξία οποιωνδήποτε φραγμών για την επανάληψη τέτοιων συμπεριφορών.

36.9. Όπως ισχύει και στην ευρύτερη κοινωνία, έτσι και στο επίπεδο της Αστυνομίας, η ατιμωρησία των παράνομων πράξεων οδηγεί στην αποθράσυνση και με μαθηματική ακρίβεια σε νέες πράξεις αυθαιρεσίας. Τολμώ να πω ότι η ισχυρότερη ίσως αιτία που τα περιστατικά κακοποιήσεων πολιτών από την κυπριακή αστυνομία, ούτε εξαλείφονται, ούτε μειώνονται, είναι το γεγονός ότι ελάχιστες ήταν οι περιπτώσεις που τέτοιες ενέργειες επέφεραν δυσμενείς συνέπειες, είτε ποινικές, είτε πειθαρχικές, γι αυτούς που τις διέπραξαν.

36.10. Η ταχύτητα κατά την απονομή της δικαιοσύνης, ποινικής ή πειθαρχικής, έχει σημαντική αξία, αφού τότε μόνο η ποινή επιτελεί αποτελεσματικά το σκοπό της, όταν επιβάλλεται έγκαιρα και έτσι κατασιγάζει την κοινωνική αναταραχή που προκαλείται από την πράξη, αλλά και σωφρονίζει τον δράστη όσο ακόμα αυτός έχει ανάγκη σωφρονισμού. Παράλληλα, με την ταχεία πρόοδο των διαδικασιών απαλλάσσεται και ο, ενδεχομένως, αθώος κατηγορούμενος από την ταλαιπωρία και τις κατηγορίες.

36.11. Η Αστυνομία θα πρέπει έμπρακτα να αποδεικνύει στην καθημερινή επαφή της με τους πολίτες, στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της, ότι δεν θέτει εαυτήν εκτός νομιμότητας και ότι σκοπός της δεν είναι να επιβάλλει, αλλά να υπηρετεί, το νόμο. Απαιτείται ουσιαστικός προσανατολισμός της δράσης της Αστυνομίας προς την κοινωνική διάσταση του ρόλου της και στην άρση κάθε μορφής ακροτήτων ή αυθαιρεσιών. Μόνο έτσι, θα καλυφθεί και το χάσμα που έχει σημειωθεί ανάμεσα σε αυτήν και στην κοινωνία.

37. Υποβάλλω την Έκθεσή μου στον Αρχηγό Αστυνομίας, αναμένοντας ότι θα υιοθετήσει τα συμπεράσματα και θα υλοποιήσει τις εισηγήσεις μου. Δεν μπορώ παρά να σημειώσω με ικανοποίηση την αντίδραση του Αρχηγού Αστυνομίας ο οποίος με αφορμή τη συγκεκριμένη υπόθεση έχει δώσει οδηγίες (α) για σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των πολιτών εκ μέρους των αστυνομικών οργάνων, στη βάση των όσων διαλαμβάνονται στην οικεία νομοθεσία και στις αρχές των οργάνων του Συμβουλίου της Ευρώπης, (β) για αναβάθμιση της εκπαίδευσης των αστυνομικών οργάνων και προαγωγή της διαφάνειας και (γ) για εσωτερική αναδιάρθρωση τμημάτων της Αστυνομίας με σκοπό την καλύτερη εκπλήρωση του ρόλου της Αστυνομίας.

Αντίγραφο της Έκθεσης μου κοινοποιώ στον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, ώστε να συμβάλει στην εφαρμογή των όσων προτείνονται, καθώς επίσης και στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για να αξιολογήσει και τις δικές μου διαπιστώσεις στα πλαίσια της ποινικής ανάκρισης που διεξάγεται αναφορικά με το όλο περιστατικό.



Ηλιάνα Νικολάου
Επίτροπος Διοικήσεως

7 Απριλίου 2006

ΝΔ

[1] Η διάταξη αυτή προνοεί: «Κατά τη διεξαγωγή μιας έρευνας σύμφωνα με το Νόμο αυτό και τηρουμένων των διατάξεών του, ο Επίτροπος έχει εξουσία να καλέσει οποιοδήποτε λειτουργό ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να δώσει οποιαδήποτε μαρτυρία ή να παράσχει οποιαδήποτε πληροφορία ή να προσαγάγει οποιαδήποτε έγγραφα που, κατά τη γνώμη του Επιτρόπου σχετίζονται με την έρευνα και ο λειτουργός αυτός ή το πρόσωπο αυτό οφείλουν να εμφανιστούν ενώπιον του Επιτρόπου κατά το χρόνο που καθορίζεται από τον Επίτροπο».
[2] Αρ. Αίτησης 12850/87, ημερομηνία απόφασης 25 Σεπτεμβρίου 1997
[3] Το άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 8 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, προβλέπει ότι «Κανένα πρόσωπο δεν υποβάλλεται σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή ταπεινωτική τιμωρία ή μεταχείριση».
[4] Ribitch v. Austria, αρ. αίτησης 18869/1991, ημερομηνία απόφασης 4 Δεκεμβρίου 1995.
[5] Assenov and others v. Bulgaria, αρ. Αίτησης 24760/94, ημερομηνία απόφασης 28 Οκτωβρίου 1998.
[6] Egmez v. Cyprus, αρ. αίτησης 30873/96, ημερομηνία απόφασης 21 Δεκεμβρίου 2000, Denizci and others v. Cyprus, ημερομηνία απόφασης 23 Μαΐου 2001
[7] Παράγραφος 38
[8] Παράγραφος 16
[9] Παράγραφος 19
[10] Παράγραφος 21
[11] Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων θεωρεί ως κριτήριο διάκρισης μεταξύ της απάνθρωπης μεταχείρισης και του βασανιστηρίου την ένταση του πόνου που προκαλείται. Έχει, δε, ορίσει ως βασανιστήριο κάθε σκόπιμη απάνθρωπη μεταχείριση που προκαλεί πολύ σοβαρό και σκληρό πόνο. Στην υπόθεση Ireland v. the United Kingdom (αρ. αίτησης 5310/71, ημερομηνία απόφασης 18 Ιανουαρίου 1978) το Δικαστήριο είπε τα εξής: «(…) it was the intention that the Convention, with its distinction between "torture" and "inhuman or degrading treatment", should by the first of these terms attach a special stigma to deliberate inhuman treatment causing very serious and cruel suffering.”
[12] Βλ. ιδίως τους περί Σύμβασης κατά των Βασανιστηρίων και Άλλων Μορφών Σκληρής, Απάνθρωπης ή Εξευτελιστικής Μεταχείρισης ή Τιμωρίας (Κυρωτικών) Νόμους του 1990 έως 2002, τον περί των Δικαιωμάτων Προσώπων που Συλλαμβάνονται και Τελούν υπό Κράτηση Νόμο του 2005 και τον περί Αστυνομίας (Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων) Νόμο του 2006.

8 σχόλια:

Phivos Nicolaides είπε...

Πολύ ενδιαφέροντα αυτά που παρουσιάζεις Γιώργο. Το θέμα είναι ότι στην Κύπρο η δικαιοσύνη δεν είναι μόνο τυφλή, αλλά είναι και κουτσή...

Ανώνυμος είπε...

Για τσανακογλείφτης της πλουτοκρατίας, καλά τα γράφεις... Μπράβο!

Dr.Φλάντζας είπε...

Αγαπητέ κύριε Πίττα:

Αυτό πού με συγκινή πάντα εις τους Ανώνυμους είναι με πόσο σαφήνεια κε ευγένεια εκφέρουνε τον λόγον τους. Επι του δικού μου γκαϊλε τώραν σας καλώ να περάστε από το ιστολόγιον μου ήνα παραλάβετε το νέον σας κουκουλάβαταρ σας.

Οι επιδέξιοι νόμοι θέλουν κε μεταξωταί κουκούλαι,
Dr.Φλάντζας

Ανώνυμος είπε...

Εμένα συγκινεί η αταλάντευτη αποφασιστικότητα ορισμένων να αντιστέκονται στην ορθογραφία

politispittas είπε...

@Αγαπητέ μου Φλάντζα,θαρρώ θα υιοθετήσω το δημιούργημά σας ως επίσημον! «Κε» σας ευχαριστώ ιδιαιτέρως!

@Ανώνυμο/η είδες;;;; ό,τι μπορώ κάνω κι εγώ!

Ανώνυμος είπε...

Ευτυχώς... τι θα ήταν δηλαδή η Κύπρος χωρίς του γλείφτες;

proudgaros είπε...

ρε ανώνυμε διόλου δεν ντρέπεσαι γελοίε; όταν βρίζεις έχε @@ να βάζεις ένα όνομα τουλάχιστον!!!!!!

αλλά που να τάβρεις τ΄@@. Αυτά τα έχουν όσοι λένε τη γνώμη τους δημόσια με όνομα και επίθετο.

-=IMAGINOS=- είπε...

(Άσχετο αλλά σχετικό με την παγκόσμια ηλιθιότητα, αύριο..)

ygro-pyr.blogspot.com/2009/03/blog-post_27.html